65 αποτελέσματα για «潜»

潜水士 せんすいし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας δύτης με άδεια
潜在成長率 せんざいせいちょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης (της οικονομίας)
潜龍 せんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία, κληρονόμος που περιμένει να ανέλθει στον θρόνο, μεγάλο ταλέντο που δεν έχει ακόμη αναδειχθεί
潜入工作 せんにゅうこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 δραστηριότητες διείσδυσης, επιχείρηση υπό κάλυψη, μυστική εργασία
  1. 01 βυθίζω, καταδύω
  2. 02 κρύβω, αποκρύπτω
  3. 03 κρύβω
  4. 04 χαμηλώνω (τη φωνή)
  5. 05 σιωπώ, ησυχάζω