74 αποτελέσματα για «灰»
灰汁巻き あくまき
ουσιαστικό
- 01 ακουμάκι, παραδοσιακό γλυκό από κολλώδες ρύζι τυλιγμένο σε φύλλο μπαμπού και εμβαπτισμένο σε αλισίβα
灰白髄炎 かいはくずいえん
ουσιαστικό
- 01 πολιομυελίτιδα
灰硝石 かいしょうせき
ουσιαστικό
- 01 νιτροασβεστίτης
灰曹長石 かいそうちょうせき
ουσιαστικό
- 01 ολιγόκλαστο
灰砂レンガ かいしゃれんが
ουσιαστικό
- 01 πυριτοασβεστούχο τούβλο
灰沸石 かいふっせき
ουσιαστικό
- 01 σκωληκίτης
灰硼鉱 かいほうこう
ουσιαστικό
- 01 κολεμανίτης
灰華 かいか
ουσιαστικό
- 01 τραβερτίνης
灰色の脳細胞 はいいろののうさいぼう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μικρά φαιά κύτταρα (σε αναφορά με την ατάκα του Ηρακλή Πουαρό), διάνοια, εγκεφαλική ισχύς
灰吹きから蛇が出る はいふきからじゃがでる
άλλο, ρήμα
- 01 απρόσμενα πράγματα μπορεί να προκύψουν από απρόσμενα μέρη, μικρά πράγματα μπορεί να οδηγήσουν σε απρόσμενα μεγάλες συνέπειες
灰色綬鶏 ハイイロジュケイ
ουσιαστικό
- 01 δυτικό τραγοπάνι (Tragopan melanocephalus), δυτικό κερασφόρο τραγοπάνι
灰羽連盟 はいばねれんめい
ουσιαστικό
- 01 Χαϊμπάνε Ρενμέι (τηλεοπτική σειρά άνιμε του 2002)
灰かぶり はいかぶり
ουσιαστικό
- 01 σταχτοπούτα
灰
- 01 στάχτη
- 02 στυφός χυμός
- 03 αποτεφρώνω