82 αποτελέσματα για «炭»
炭素循環 たんそじゅんかん
ουσιαστικό
- 01 κύκλος του άνθρακα
炭酸脱水酵素阻害薬 たんさんだっすいこうそそがいやく
ουσιαστικό
- 01 αναστολέας της ανυδράσης του άνθρακα
炭素相殺 たんそそうさい
ουσιαστικό
- 01 αντιστάθμιση άνθρακα
炭素固定 たんそこてい
ουσιαστικό
- 01 δέσμευση άνθρακα, αφομοίωση άνθρακα
炭素同化 たんそどうか
ουσιαστικό
- 01 φοτοσύνθεση, δέσμευση άνθρακα
炭酸固定 たんさんこてい
ουσιαστικό
- 01 δέσμευση άνθρακα, αφομοίωση άνθρακα
炭素同化作用 たんそどうかさよう
ουσιαστικό
- 01 αφομοίωση άνθρακα, δέσμευση άνθρακα
炭素予算 たんそよさん
ουσιαστικό
- 01 προϋπολογισμός άνθρακα
炭酸水素塩 たんさんすいそえん
ουσιαστικό
- 01 διττανθρακικό άλας, όξινο ανθρακικό άλας
炭屋 すみや
ουσιαστικό
- 01 έμπορος κάρβουνου
炭坑夫 たんこうふ
ουσιαστικό
- 01 ανθρακωρύχος
炭素会計 たんそかいけい
ουσιαστικό
- 01 λογιστική αερίων θερμοκηπίου, λογιστική άνθρακα
炭酸ソーダ たんさんソーダ
ουσιαστικό
- 01 ανθρακικό νάτριο, ανθρακική σόδα
炭酸アンモニウム たんさんアンモニウム
ουσιαστικό
- 01 ανθρακικό αμμώνιο
炭材 たんざい
ουσιαστικό
- 01 ξύλο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή κάρβουνου
炭素排出権 たんそはいしゅつけん
ουσιαστικό
- 01 δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, δικαίωμα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου
炭酸せんべい たんさんせんべい
ουσιαστικό
- 01 λεπτό μπισκότο τύπου γκοφρέτας που παρασκευάζεται με ανθρακούχο νερό
炭水車 たんすいしゃ
ουσιαστικό
- 01 άνθρακαγωγό βαγόνι (βαγόνι που μεταφέρει καύσιμο και νερό για ατμομηχανή)
炭素材料学会 たんそざいりょうがっかい
ουσιαστικό
- 01 Εταιρεία Ανθρακούχων Υλικών Ιαπωνίας
炭素繊維協会 たんそせんいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικός Σύνδεσμος Κατασκευαστών Ανθρακονημάτων