66 αποτελέσματα για «烏»
烏口腕筋 うこうわんきん
ουσιαστικό
- 01 κορακοβραχιόνιος μυς
烏頭 うず
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένη ρίζα ακονίτου (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική), ακόνιτο
烏賊リング イカリング
ουσιαστικό
- 01 τηγανητή ροδέλα καλαμαριού, τηγανητό καλαμάρι
烏梅 うばい
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένο και καπνιστό δαμάσκηνο (χρησιμοποιείται στην κινεζική ιατρική και για τη βαφή)
烏山椒 カラスザンショウ
ουσιαστικό
- 01 καρασουζανσό (είδος δέντρου της οικογένειας των Ρουτιδών, Zanthoxylum ailanthoides)
烏
- 01 κοράκι
- 02 κόρακας