191 αποτελέσματα για «熱»

熱処理 ねつしょり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θερμική επεξεργασία
熱伝導 ねつでんどう

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική αγωγιμότητα
熱さまし ねつさまし

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπυρετικό φάρμακο, αντιπυρετικό, πυρετολυτικό
熱膨張 ねつぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική διαστολή
熱帯植物 ねったいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 τροπικό φυτό
熱帯林 ねったいりん

ουσιαστικό

  1. 01 τροπικό δάσος
熱性 ねっせい

ουσιαστικό

  1. 01 ενθουσιώδης διάθεση
熱闘 ねっとう

ουσιαστικό

  1. 01 σφοδρή μάχη, σκληρός αγώνας
熱球 ねっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φλεγόμενη μπάλα (στο μπέιζμπολ, μια μπαλιά που εκτοξεύεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα)
熱帯低気圧 ねったいていきあつ

ουσιαστικό

  1. 01 τροπικός κυκλώνας
熱涙 ねつるい

ουσιαστικό

  1. 01 καυτά δάκρυα
熱力学 ねつりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοδυναμική
熱効率 ねつこうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική απόδοση
熱伝導率 ねつでんどうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική αγωγιμότητα
熱的死 ねつてきし

ουσιαστικό

  1. 01 θερμικός θάνατος (π.χ. του σύμπαντος)
熱放射 ねつほうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμική ακτινοβολία
熱死 ねっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από θερμοπληξία, θάνατος που σχετίζεται με τη ζέστη
熱圏 ねつけん

ουσιαστικό

  1. 01 θερμόσφαιρα
熱発 ねっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πυρετός
熱核反応 ねつかくはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 θερμοπυρηνική αντίδραση