73 αποτελέσματα για «爆»

爆発性戦争残存物 ばくはつせいせんそうざんそんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου
爆粉 ばくふん

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτική σκόνη
爆上がり ばくあがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκρηκτική άνοδος, θεαματική αύξηση, απότομη κατακόρυφη αύξηση
爆食い ばくぐい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερφαγία, λαίμαργη κατανάλωση, καταβρόχθιση, αδηφάγος κατανάλωση
爆食 ばくしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερφαγία, λαίμαργη κατανάλωση, βουλιμική κατανάλωση
爆発ガス ばくはつガス

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικό αέριο (συχνά στις ανθρακωρυχεία)
爆増 ばくぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκρηκτική αύξηση
爆泣き ばくなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεσπάω σε λυγμούς, κλαίω με αναφιλητά, βάζω τα κλάματα
爆撃隊 ばくげきたい

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα αεροπορικών επιδρομών, σμήνος βομβαρδιστικών
爆炎 ばくえん

ουσιαστικό

  1. 01 φλόγες που προκαλούνται από έκρηξη, εκρηκτικές φλόγες
爆発事故 ばくはつじこ

ουσιαστικό

  1. 01 ατύχημα έκρηξης, έκρηξη
爆発しろ ばくはつしろ

άλλο

  1. 01 ψόφα, να πας να χαθείς, να εκραγείς!
  1. 01 βόμβα
  2. 02 εκρήγνυμαι, σκάω
  3. 03 σκάω
  4. 04 σχίζω, διασπώμαι, ραγίζω