141 αποτελέσματα για «片»

片っ端 かたっぱし

ουσιαστικό

  1. 01 μία άκρη, ένα πέρας, μία πλευρά
片側町 かたがわまち

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος με σπίτια χτισμένα μόνο στη μία πλευρά
片開き かたびらき

ουσιαστικό

  1. 01 μονόφυλλη πόρτα (σε αντίθεση με τη δίφυλλη πόρτα)
片身 かたみ

ουσιαστικό

  1. 01 μία πλευρά του σώματος
片影 へんえい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ίχνος, αμυδρή εικόνα
  2. 02 ματιά, φευγαλέα όψη
ひら

άλλο

  1. 01 επιμετρητής για λεπτά, επίπεδα αντικείμενα (πέταλα, φύλλα κ.λπ.)
片雲 へんうん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό κομμάτι σύννεφου
片時も かたときも

επίρρημα

  1. 01 ούτε για μια στιγμή, ούτε για μια στιγμή (με άρνηση)
片結び かたむすび

ουσιαστικό

  1. 01 απλός κόμπος, μισόθηλιά, θηλιά
片言隻句 へんげんせきく

ουσιαστικό

  1. 01 λίγα λόγια, μία μεμονωμένη φράση
片麻痺 かたまひ

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπληγία (παράλυση στη μία πλευρά του σώματος)
片務 へんむ

ουσιαστικό

  1. 01 μονομέρεια (π.χ. σύμβασης), μονομερής χαρακτήρας (π.χ. συνθήκης)
片栗 かたくり

ουσιαστικό

  1. 01 κατακούρι (είδος ερυθρώνιου, Erythronium japonicum)
片手間仕事 かたてましごと

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα απασχόληση, περιστασιακή εργασία
片陰 かたかげ

ουσιαστικό

  1. 01 σκιά, σκιερό μέρος
片麻岩 へんまがん

ουσιαστικό

  1. 01 γνεύσιος
片輪走行 かたりんそうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδήγηση σε δύο τροχούς, οδήγηση σε πλάγια κλίση (ακροβατικό οδήγησης), σκι
片岩 へんがん

ουσιαστικό

  1. 01 σχιστόλιθος
片歌 かたうた

ουσιαστικό

  1. 01 κατάουτα, αρχαία ιαπωνική ποιητική φόρμα με τρεις στίχους σε μορφή 5-7-7 μόρων
片帆 かたほ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστιοπλοΐα με κλειστή ιστιοφορία, πλεύση με ανοιχτό ιστίο, μειωμένη ιστιοφορία