286 αποτελέσματα για «物»

物珍しげに ものめずらしげに

επίρρημα

  1. 01 με βλέμμα γεμάτο περιέργεια, περίεργα
物売り ものうり

ουσιαστικό

  1. 01 μικροπωλητής, πλανόδιος πωλητής
物取り ものとり

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτης, ληστής
物書き ものかき

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας, λογοτέχνης
物的 ぶってき

επίθετο

  1. 01 υλικός, φυσικός
物置小屋 ものおきごや

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη
物の怪 もののけ

ουσιαστικό

  1. 01 κακό πνεύμα, εκδικητικό φάντασμα, φάσμα
物の数 もののかず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που αξίζει να αναφερθεί, κάτι που μπορεί να υπολογιστεί, κάτι προβληματικό
物干し竿 ものほしざお

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάρι για το άπλωμα των ρούχων, σχοινί απλώματος
物にする ものにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ, εξασφαλίζω, καταλαμβάνω, κάνω κτήμα μου, κερδίζω (την καρδιά κάποιου)
  2. 02 μαθαίνω, κατακτώ
  3. 03 ολοκληρώνω
物分り ものわかり

ουσιαστικό

  1. 01 κατανόηση (των συνθηκών και των συναισθημάτων των ανθρώπων), αντιληπτικότητα, ενσυναίσθηση, σύνεση
物入れ ものいれ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αποθήκευσης πραγμάτων, δοχείο, διαμέρισμα, ντουλάπα, τσέπη
物作り ものづくり

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή, χειροτεχνία, δημιουργία αντικειμένων με το χέρι
  2. 02 κατασκευή πρωτοχρονιάτικων διακοσμητικών
  3. 03 προετοιμασία αγρών, γεωργία, αγρότης
物の見方 もののみかた

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 νοοτροπία, κοσμοθεωρία, άποψη, τρόπος θέασης των πραγμάτων, προοπτική
物狂い ものぐるい

ουσιαστικό

  1. 01 παραφροσύνη, παράφρων
物理現象 ぶつりげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό φαινόμενο
物置部屋 ものおきべや

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, δωμάτιο φύλαξης αντικειμένων
物干し ものほし

ουσιαστικό

  1. 01 βάση για το άπλωμα ρούχων, στεγνωτήριο ρούχων
物見高い ものみだかい

επίθετο

  1. 01 περίεργος, αχόρταγος για μάθηση
物販 ぶっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση αγαθών (σε αντίθεση με τις υπηρεσίες)