66 αποτελέσματα για «狂»

狂愛 きょうあい

ουσιαστικό

  1. 01 παράφορη αγάπη
狂化 きょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βυθίζομαι στην τρέλα, χάνω τα λογικά μου, καταλαμβάνομαι από μανία
  2. 02 μπαίνω σε κατάσταση αμόκ (στη μυθοπλασία, στα παιχνίδια κ.λπ.)
狂戦士 きょうせんし

ουσιαστικό

  1. 01 ακατάσχετος πολεμιστής, μανιασμένος μαχητής
狂王の試練場 きょうおうのしれんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 Wizardry: Τα πεδία δοκιμασίας του τρελού άρχοντα (βιντεοπαιχνίδι του 1981)
狂王 きょうおう

ουσιαστικό

  1. 01 τρελός βασιλιάς
  1. 01 τρελός
  2. 02 τρελός, παλαβός
  3. 03 τρελός, παλαβός
  4. 04 συγχύζω, μπερδεύω