97 αποτελέσματα για «田»

田植え祭り たうえまつり

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργία σε ιερό που πραγματοποιείται στους δύο πρώτους μήνες του έτους για την πρόβλεψη (ή την προσευχή) μιας επιτυχημένης σοδειάς
  2. 02 εποχιακή φύτευση ρυζιού σε αγρό που σχετίζεται με κάποιο ιερό
田舎 でんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαιθρος, εξοχή, εξοχική κατοικία
田麩 でんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ντεμπού, ψιλοκομμένο και καρυκευμένο ψάρι σε μορφή ινών
田を打つ たをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 οργώνω ορυζώνα
田舎気質 いなかかたぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτικότητα, επαρχιωτισμός
田舎蕎麦 いなかそば

ουσιαστικό

  1. 01 ινακασόμπα, χωριάτικα ζυμαρικά από φαγόπυρο με σκούρο χρώμα
田鼈 たがめ

ουσιαστικό

  1. 01 ταγκάμε (είδος γιγάντιου υδρόβιου κοριού)
田鷸 たしぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή μπεκάτσα (Gallinago gallinago)
田鳧 たげり

ουσιαστικό

  1. 01 ταγέρι (Vanellus vanellus), πράσινος πλουβίος, καλημάνα
田助すいか でんすけすいか

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία καρπουζιού με μαύρη φλούδα
田舎っ兵衛 いなかっぺえ

ουσιαστικό

  1. 01 χωριάτης, επαρχιώτης, βλάχος
田薯 でんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ντένσο (Dioscorea alata), φτερωτό γιαμ, μοβ γιαμ
田偏 たへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό ταχέν (το καντζί για το ορυζώνα στην αριστερή πλευρά, ριζικό 102)
田諸子 たもろこ

ουσιαστικό

  1. 01 γκναθοπόγων ο επιμήκης (είδος κυπρινοειδούς ψαριού)
田楽焼き でんがくやき

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι (ή λαχανικά, κ.λπ.) περασμένο σε καλαμάκι, καλυμμένο με μίσο και ψημένο
田雲雀 タヒバリ

ουσιαστικό

  1. 01 νεροκελάηδα (Anthus spinoletta)
田園詩人 でんえんしじん

ουσιαστικό

  1. 01 βουκολικός ποιητής
田楽返し でんがくがえし

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός με άξονα που χρησιμοποιείται για την αλλαγή του σκηνικού σε μια παράσταση καμπούκι
  2. 02 αναστροφή κάποιου πράγματος με τον τρόπο που ψήνεται το ντενγκάκου τόφου και από τις δύο πλευρές
田植え踊り たうえおどり

ουσιαστικό

  1. 01 εξευγενισμένη εκδοχή του χορού τα-ασόμπι που εκτελείται στην περιοχή Τοχόκου περίπου στα μέσα του πρώτου σεληνιακού μήνα
田長鳥 たおさどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)