71 αποτελέσματα για «町»

町火消し まちびけし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική πυροσβεστική ομάδα
町丁 ちょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεις και κωμοπόλεις (επίσημη ταξινόμηση αστικής περιοχής)
町営住宅 ちょうえいじゅうたく

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτική κατοικία που διαχειρίζεται μια κωμόπολη, δημοτικό οικιστικό συγκρότημα
町絵図 まちえず

ουσιαστικό

  1. 01 αστικός χάρτης (περίοδος Έντο), χάρτης γειτονιών
町有 ちょうゆう

άλλο

  1. 01 δημοτικός, ανήκων στην κωμόπολη
町組 まちぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ματσιγκούμι, αυτοδιοικούμενη οργάνωση για κωμοπόλεις και πόλεις (από την περίοδο Μουρομάτσι έως την περίοδο Μέιτζι)
町住 ちょうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτική κατοικία που διαχειρίζεται ένας δήμος, δημοτική στέγαση
町住まい まちずまい

ουσιαστικό

  1. 01 αστική ζωή, ζωή στην πόλη
町弁 まちべん

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγόρος της γειτονιάς, κοινοτικός δικηγόρος, τοπικός δικηγόρος
町医 まちい

ουσιαστικό

  1. 01 γιατρός της γειτονιάς
  1. 01 κωμόπολη
  2. 02 χωριό
  3. 03 οικοδομικό τετράγωνο
  4. 04 δρόμος