71 αποτελέσματα για «痛»
痛電車 いたでんしゃ
ουσιαστικό
- 01 τρένο διακοσμημένο με χαρακτήρες anime
痛タク いたタク
ουσιαστικό
- 01 ταξί διακοσμημένο με χαρακτήρες άνιμε
痛バッグ いたバッグ
ουσιαστικό
- 01 τσάντα διακοσμημένη με χαρακτήρες άνιμε (κυρίως με κονκάρδες)
痛バ いたバ
ουσιαστικό
- 01 τσάντα διακοσμημένη με χαρακτήρες άνιμε (ειδικότερα με κονκάρδες)
痛烈批判 つうれつひはん
ουσιαστικό
- 01 δριμεία κριτική, καυστική κριτική
痛爆 つうばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφοδρός βομβαρδισμός
痛恨の極み つうこんのきわみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ακραία μεταμέλεια, βαθιά θλίψη, το ζενίθ της πικρίας
痛気持ちいい いたきもちいい
επίθετο
- 01 επώδυνο αλλά ευχάριστο (αναφορικά με μασάζ, διατάσεις κ.λπ.)
痛勤 つうきん
ουσιαστικό
- 01 ταλαιπωρημένη μετακίνηση (που προκαλείται από τα υπερπλήρη τρένα)
痛恨の一撃 つうこんのいちげき
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κρίσιμο πλήγμα, εχθρική επίθεση που προκαλεί βαριά ζημιά
- 02 καταστροφικό χτύπημα, παράλυτο πλήγμα, συντριπτική ζημιά
痛
- 01 πόνος
- 02 τραυματισμός, βλάβη
- 03 ζημιά, βλάβη
- 04 μελανιά, μώλωπας