87 αποτελέσματα για «皇»

皇室神道 こうしつしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 κοσιτσού σιντό, το σιντοϊσμό του αυτοκρατορικού οίκου
皇霊祭 こうれいさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ισημερίας που τελείται από τον αυτοκράτορα στο ιερό των αυτοκρατορικών προγόνων
皇朝十二銭 こうちょうじゅうにせん

ουσιαστικό

  1. 01 δώδεκα νομισματικές εκδόσεις που κόπηκαν στην Ιαπωνία κατά τις περιόδους Νάρα και Χεϊάν
皇室会議 こうしつかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο αυτοκρατορικού οίκου
皇民党 こうみんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό κόμμα
皇考 こうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ο εκλιπών πατέρας του εν ενεργεία αυτοκράτορα
皇陵 こうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό μαυσωλείο
皇族費 こうぞくひ

ουσιαστικό

  1. 01 χορηγία που διατίθεται στην αυτοκρατορική οικογένεια
皇子の尊 みこのみこと

ουσιαστικό

  1. 01 διάδοχος του θρόνου
皇祚 こうそ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό αξίωμα, αυτοκρατορικός θρόνος
皇漢医学 こうかんいがく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή κινεζική ιατρική
皇寿 こうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εκατοστή ενδέκατη επέτειος γενεθλίων
皇婿 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος αυτοκρατορικής πριγκίπισσας
皇謨 こうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική πολιτική
皇闕 こうけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική πύλη, αυτοκρατορικό ανάκτορο
皇祖考 こうそこう

ουσιαστικό

  1. 01 αποθανών πάππος του αυτοκράτορα
皇祖妣 こうそひ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθανούσα γιαγιά του αυτοκράτορα
皇妣 こうひ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθανούσα βασιλομήτωρ, αποθανούσα αυτοκράτειρα χήρα
皇朝 こうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική αυλή, ιαπωνική αυτοκρατορική αυλή
  2. 02 Ιαπωνία
皇室経済法 こうしつけいざいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί οικονομικών του αυτοκρατορικού οίκου