71 αποτελέσματα για «盛»
盛土地盤 もりつちじばん
ουσιαστικό
- 01 υψωμένο επίπεδο εδάφους
盛れる もれる
ρήμα
- 01 αναδεικνύω κάποιον, ωραιοποιώ
盛り立てる もりたてる
ρήμα
- 01 αναζωογονώ (π.χ. μια εταιρεία), τονώνω (π.χ. το ηθικό)
盛物 もりもの
ουσιαστικό
- 01 αναθηματική προσφορά
盛籠 もりかご
ουσιαστικό
- 01 καλάθι με φρούτα (ως αναθηματική προσφορά)
盛世 せいせい
ουσιαστικό
- 01 χρυσή εποχή, περίοδος ευημερίας
盛栄 せいえい
ουσιαστικό
- 01 ακμάζων (επιχείρησης), επιτυχία, ευημερία
盛り髪 もりがみ
ουσιαστικό
- 01 υπερβολικά φουσκωμένο χτένισμα (στην κουλτούρα των γκιαρού)
盛岡大学 もりおかだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Μοριόκα
盛進 せいしん
ουσιαστικό
- 01 τάχιστη πρόοδος, γρήγορη εξέλιξη
盛
- 01 ακμάζω
- 02 ευημερώ
- 03 συνουσιάζομαι