96 αποτελέσματα για «眼»

眼張 めばる

ουσιαστικό

  1. 01 μεμπάρου (είδος πετρόψαρου)
眼仁奈 めじな

ουσιαστικό

  1. 01 μετζινά (Girella punctata), ένα είδος ψαριού της οικογένειας των γιρελλίδων
眼鏡カイマン めがねカイマン

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό καϊμάν (Caiman sclerops)
眼鏡レンチ めがねレンチ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό κλειδί, πολύγωνο κλειδί
眼点 がんてん

ουσιαστικό

  1. 01 οφθαλμίδα
眼球銀行 がんきゅうぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα οφθαλμών
眼光紙背 がんこうしはい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές, εντοπισμός του βαθύτερου νοήματος
眼鏡蛇 めがねへび

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατική κόμπρα, ινδική κόμπρα, κόμπρα με γυαλιά (Naja naja)
眼瞼閉鎖反射 がんけんへいさはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοειδικό αντανακλαστικό, αντανακλαστικό του βλεφαρισμού
眼鏡黐之魚 めがねもちのうお

ουσιαστικό

  1. 01 χειλίνος ο κυματιστός, ναπολέων, ψάρι ναπολέων, ράσσε των Μαορί
眼鏡梟 めがねふくろう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγκανοφουκουρό (είδος γλαύκας, Pulsatrix perspicillata)
眼鏡海豚 めがねいるか

ουσιαστικό

  1. 01 μεγκάνε ιρούκα (Φοκαίνα η διοπτροφόρος)
眼瞼内反 がんけんないはん

ουσιαστικό

  1. 01 νεύρο του βλεφάρου, εντρόπιο βλεφάρων, εντρόπιο των βλεφάρων
眼軸長 がんじくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αξονικό μήκος (του οφθαλμού)
眼瞼痙攣 がんけんけいれん

ουσιαστικό

  1. 01 βλεφαρόσπασμος, σπασμωδικό ανοιγοκλείσιμο των ματιών
眼球破裂 がんきゅうはれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρήξη οφθαλμού, ρήξη βολβού
眼科学 がんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 οφθαλμολογία
眼房水 がんぼうすい

ουσιαστικό

  1. 01 υδατοειδές υγρό
眼付ける がんつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 καρφώνω το βλέμμα μου πάνω σε κάποιον, κοιτάζω επίμονα
眼くれる ガンくれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καρφώνω το βλέμμα μου σε κάποιον, αγριοκοιτάζω