128 αποτελέσματα για «短»

短期集中講座 たんきしゅうちゅうこうざ

ουσιαστικό

  1. 01 βραχύχρονο εντατικό σεμινάριο, ταχύρρυθμο μάθημα
短句 たんく

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη φράση
短見 たんけん

ουσιαστικό

  1. 01 στενόμυαλη άποψη
短波放送 たんぱほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 εκπομπή βραχέων κυμάτων
短観 たんかん

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμη οικονομική έρευνα των επιχειρήσεων στην Ιαπωνία (τριμηνιαία οικονομική έρευνα της Τράπεζας της Ιαπωνίας), έρευνα Τανκάν
短期金利 たんききんり

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμο επιτόκιο
短波受信機 たんぱじゅしんき

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιοφωνικός δέκτης βραχέων κυμάτων
短信 たんしん

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομο σημείωμα, σύντομη επιστολή, σύντομο μήνυμα
短小ペニス たんしょうペニス

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό πέος
短毛種 たんもうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κοντότριχος
短点 たんてん

ουσιαστικό

  1. 01 τελεία (στον κώδικα Μορς)
短を補う たんをおぎなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διορθώνω τις αδυναμίες μου
短期国債 たんきこくさい

ουσιαστικό

  1. 01 έντοκο γραμμάτιο δημοσίου
短音階 たんおんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ελάσσονα κλίμακα
短打 たんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπή, τεμαχισμός
  2. 02 χτύπημα βάσης, χτύπημα μίας βάσης, μονό χτύπημα
短角牛 たんかくぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τάνκακουγκιού, βραχυκέρατη ράτσα βοοειδών
短眠 たんみん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρής διάρκειας ύπνος
短周期 たんしゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 βραχύς κύκλος, μικρή περίοδος
短慮軽率 たんりょけいそつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικός και απρόσεκτος, απερίσκεπτος και αλόγιστος
短距離競走 たんきょりきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας ταχύτητας, σπριντ