104 αποτελέσματα για «砂»

砂を吐くほど すなをはくほど

άλλο

  1. 01 αηδιαστικά γλυκανάλατος (για ρομαντισμό)
砂蟹 すながに

ουσιαστικό

  1. 01 οκιπόδη του Στίμπσον (είδος καβουριού-φάντασμα, καβουριού της άμμου ή λευκού κάβουρα)
砂湯 すなゆ

ουσιαστικό

  1. 01 αμμόλουτρο
砂消しゴム すなけしゴム

ουσιαστικό

  1. 01 σβήστρα άμμου, σβήστρα μελανιού, σβήστρα (καουτσούκ) που περιέχει άμμο η οποία την καθιστά ικανή να αφαιρεί μελάνι
砂鉱 さこう

ουσιαστικό

  1. 01 προσχωματικό κοίτασμα, ορυκτά που βρίσκονται σε προσχωματικά κοιτάσματα
砂防林 さぼうりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος αντιδιαβρωτικής προστασίας
砂滑 すなめり

ουσιαστικό

  1. 01 σουναμέρι (είδος κητώδους, Neophocaena phocaenoides)
砂糖蜀黍 さとうもろこし

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό σόργο (Sorghum bicolor var. saccharatum)
砂猫 すなねこ

ουσιαστικό

  1. 01 σούνεκο, γάτα της άμμου (Felis margarita), γάτα των αμμόλοφων
砂糖椰子 さとうやし

ουσιαστικό

  1. 01 ζαχαροφοίνικας (Arenga pinnata)
砂時計ポインタ すなどけいポインタ

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης κλεψύδρα
砂下ろし すなおろし

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρισμός χώματος ή άμμου από το πεπτικό σύστημα
砂塵濛々 さじんもうもう

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 πυκνά σύννεφα σκόνης, αιθαλομίχλη σκόνης
砂色ワラビー すないろワラビー

ουσιαστικό

  1. 01 ευκίνητο βαλάμπι, αμμώδες βαλάμπι (Macropus agilis)
砂蚤 すなのみ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκόη, αμμοψύλλος, τσιγκέρ (Tunga penetrans)
砂八目 スナヤツメ

ουσιαστικό

  1. 01 σουναγιατσούμε (είδος λάμπραινας του γλυκού νερού, Lethenteron reissneri), αμμώδης λάμπραινα
砂紙 すながみ

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλόχαρτο
砂糖計 さとうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σακχαρόμετρο
砂時計経済 すなどけいけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομία κλεψύδρα, οικονομία με μεγάλη ανώτερη και κατώτερη τάξη και μικρή μεσαία τάξη
砂吹き すなふき

ουσιαστικό

  1. 01 αμμοβολή