95 αποτελέσματα για «研»

研ぎ石 とぎいし

ουσιαστικό

  1. 01 ακονιστήρι μαχαιριών, ακόνι
研削 けんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρίψιμο, λείανση
研究責任者 けんきゅうせきにんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κύριος ερευνητής, υπεύθυνος ερευνητικού προγράμματος
研ぎ物 とぎもの

ουσιαστικό

  1. 01 τρόχισμα (μαχαιριών, σπαθιών κ.λπ.), ακόνισμα, λείανση, στίλβωση, αντικείμενα που χρήζουν ακονίσματος ή στίλβωσης
研究図書館 けんきゅうとしょかん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική βιβλιοθήκη
研究大学 けんきゅうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό πανεπιστήμιο
研究分担者 けんきゅうぶんたんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικός συνεργάτης (μέλος ερευνητικού προγράμματος)
研ぎ器 とぎき

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο ακονίσματος (ειδικά για μαχαίρια)
研修医制度 けんしゅういせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα κλινικής πρακτικής άσκησης
研究対象者 けんきゅうたいしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό υποκείμενο, άτομο που αποτελεί αντικείμενο μελέτης
研削盤 けんさくばん

ουσιαστικό

  1. 01 λειαντική μηχανή, λειαντήρας
研磨仕上げ けんましあげ

ουσιαστικό

  1. 01 γυάλισμα, λείο φινίρισμα, στιλβωμένο φινίρισμα
研修課 けんしゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα εκπαίδευσης
研ぎ物師 とぎものし

ουσιαστικό

  1. 01 τροχιστής μαχαιριών, ακονιστής σπαθιών, στιλβωτής (κατόπτρων, σπαθιών, κ.λπ.)
研磨紙 けんまし

ουσιαστικό

  1. 01 γυαλόχαρτο
研究の料 けんきゅうのりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό υλικό
研削代 けんさくしろ

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο λείανσης
研米機 けんまいき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα αποφλοίωσης ρυζιού
研究教育拠点 けんきゅうきょういくきょてん

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο αριστείας, κέντρο ερευνητικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας
研究委託契約書 けんきゅういたくけいやくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση ανάθεσης έρευνας