119 αποτελέσματα για «破»

破調 はちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ξεκούρδιστος, εκτός τόνου
  2. 02 σπασμένο μέτρο (ποιητικό)
破傷風菌 はしょうふうきん

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστηρίδιο του τετάνου (βακτήριο του τετάνου)
破産管財人 はさんかんざいにん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδικος πτώχευσης
破倫 はりん

ουσιαστικό

  1. 01 ανηθικότητα (συχνά σεξουαλικού περιεχομένου)
破産申請 はさんしんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση πτώχευσης
破れ鐘 われがね

ουσιαστικό

  1. 01 ραγισμένη καμπάνα
破廉恥罪 はれんちざい

ουσιαστικό

  1. 01 αισχρό έγκλημα ή αξιόποινη πράξη
破魔弓 はまゆみ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικό τόξο για την απομάκρυνση του κακού, παιχνίδι τόξο και βέλος
破婚 はこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση γάμου, διαζύγιο, διάλυση αρραβώνα
破茶滅茶 はちゃめちゃ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράλογος, ασύνετος, ανόητος, αδιανόητος, ασυνάρτητος
  2. 02 ακραίος, ανόητος, ριψοκίνδυνος, ασύδοτος
  3. 03 άτακτος, χαοτικός, μπερδεμένος, ακατάστατος
破防法 はぼうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί πρόληψης ανατρεπτικών δραστηριοτήτων
破砕機 はさいき

ουσιαστικό

  1. 01 θραυστήρας
破れた夢 やぶれたゆめ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαλυμένο όνειρο
破れ傘 やぶれがさ

ουσιαστικό

  1. 01 σπασμένη ομπρέλα, σκισμένη ομπρέλα
  2. 02 γιαμπουρεγκάσα (φυτό Syneilesis palmata)
破産裁判所 はさんさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστήριο πτωχεύσεων
破算 はさん

ουσιαστικό

  1. 01 ξεκινώ από την αρχή, επιστρέφω στο μηδέν, εγκαταλείπω (π.χ. ένα σχέδιο), ακυρώνω
  2. 02 μηδενίζω έναν άβακα
破れ鍋 われなべ

ουσιαστικό

  1. 01 ραγισμένο τσουκάλι
破壊率 はかいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό καταστροφής, λόγος καταστροφής
破恋 はれん

ουσιαστικό

  1. 01 απογοητευμένος έρωτας, ράκος καρδιάς, ανεκπλήρωτος έρωτας, ερωτική απογοήτευση
破壊措置命令 はかいそちめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή κατάρριψης (π.χ. για βαλλιστικό πύραυλο)