91 αποτελέσματα για «確»
確定日付 かくていひづけ
ουσιαστικό
- 01 βεβαιωμένη χρονολογία
確率過程 かくりつかてい
ουσιαστικό
- 01 στοχαστική διαδικασία
確かな筋 たしかなすじ
ουσιαστικό
- 01 αξιόπιστη πηγή
確率モデル かくりつモデル
ουσιαστικό
- 01 στοχαστικό μοντέλο
確率誤差 かくりつごさ
ουσιαστικό
- 01 τυχαίο σφάλμα
確率標本 かくりつひょうほん
ουσιαστικό
- 01 τυχαίο δείγμα
確定利付証券 かくていりつきしょうけん
ουσιαστικό
- 01 χρεόγραφα σταθερού επιτοκίου
確とした かくとした
άλλο
- 01 βέβαιος, καθορισμένος
確定的過程 かくていてきかてい
ουσιαστικό
- 01 ντετερμινιστική διαδικασία
確率理論 かくりつりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία πιθανοτήτων
確認写真 かくにんしゃしん
ουσιαστικό
- 01 ακτινογραφία ελέγχου θέσης (π.χ. στην ακτινοθεραπεία)
確定給付型年金 かくていきゅうふがたねんきん
ουσιαστικό
- 01 συνταξιοδοτικό πρόγραμμα καθορισμένων παροχών
確定裁判 かくていさいばん
ουσιαστικό
- 01 τελεσίδικη δικαστική απόφαση
確定力 かくていりょく
ουσιαστικό
- 01 τελεσίδικη ισχύς (νομικής απόφασης, π.χ. όταν μια υπόθεση απορρίπτεται αμετάκλητα)
確りしろ しっかりしろ
άλλο
- 01 συνήλθε, βάλε τα δυνατά σου, συγκεντρώσου, έλα τώρα
確率微分方程式 かくりつびぶんほうていしき
ουσιαστικό
- 01 στοχαστική διαφορική εξίσωση
確けし たしけし
άλλο
- 01 βέβαιος, σίγουρος, ορισμένος
確からしさ たしからしさ
ουσιαστικό
- 01 πιθανότητα, ενδεχομενικότητα, πιθανές εκβάσεις
確率場 かくりつば
ουσιαστικό
- 01 τυχαίο πεδίο
確率積分 かくりつせきぶん
ουσιαστικό
- 01 στοχαστικό ολοκλήρωμα