129 αποτελέσματα για «秋»

秋涼 しゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή δροσιά, δροσερός φθινοπωρινός άνεμος
  2. 02 όγδοος σεληνιακός μήνας
秋作 あきさく

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινές καλλιέργειες
秋の扇 あきのおうぎ

άλλο

  1. 01 γυναίκα που έχει χάσει την αγάπη ή το ενδιαφέρον ενός άνδρα (όπως συμβαίνει με μια βεντάλια όταν το καλοκαίρι δίνει τη θέση του στο φθινόπωρο)
秋分点 しゅうぶんてん

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινό ισημερινό σημείο
秋思 しゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 το αίσθημα της μοναξιάς του φθινοπώρου, φθινοπωρινή μελαγχολία, φθινοπωρινή θλίψη
秋月の乱 あきづきのらん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Εξέγερση του Ακιζούκι (1876)
秋高 あきだか

ουσιαστικό

  1. 01 αυξημένες τιμές ρυζιού το φθινόπωρο λόγω κακής σοδειάς
  2. 02 καλή φθινοπωρινή σοδειά ρυζιού
秋鯵 あきあじ

ουσιαστικό

  1. 01 σαφρίδι που αλιεύεται το φθινόπωρο
秋田蘭画 あきたらんが

ουσιαστικό

  1. 01 ακιτά ρανγκά, βραχύβια σχολή δυτικής τεχνοτροπίας στη ζωγραφική που αναπτύχθηκε στο φεουδαρχικό κράτος του Ακίτα κατά τη διάρκεια της μέσης περιόδου Έντο
秋意 しゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια του φθινοπώρου, η εμφάνιση του φθινοπώρου
秋茜 アキアカネ

ουσιαστικό

  1. 01 ακιάκανε, είδος λιβελούλας (Sympetrum frequens)
秋の蝉 あきのせみ

ουσιαστικό

  1. 01 τζιτζίκια που κελαηδούν όταν έρχεται το φθινόπωρο
  2. 02 τζιτζίκια που κελαηδούν ακόμα και το φθινόπωρο
秋田県立大学 あきたけんりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Νομού Ακίτα
秋萩 あきはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ακιχάγκι (είδος φυτού, είδος χαμηλού θάμνου που ανθίζει το φθινόπωρο)
秋葉原通り魔事件 あきはばらとおりまじけん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή της Ακιχαμπάρα (8 Ιουνίου 2008)
秋蝉 あきぜみ

ουσιαστικό

  1. 01 ακιζέμι, τζιτζίκια που τραγουδούν όταν έρχεται το φθινόπωρο
秋田蕗 あきたぶき

ουσιαστικό

  1. 01 ακιταμπούκι (φυτό Πετασίτης ο ιαπωνικός, υποείδος giganteus)
秋明菊 しゅうめいぎく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική ανεμώνη, ανεμώνη η ιαπωνική
秋興 しゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 η ευχάριστη αίσθηση του φθινοπώρου
秋田大学 あきただいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ακίτα