73 αποτελέσματα για «科»
科負い比丘尼 とがおいびくに
ουσιαστικό
- 01 υπηρέτρια που προσλαμβάνεται για να επωμίζεται την ευθύνη για τα παραπτώματα και τα αέρια μιας ευγενούς
科学誌 かがくし
ουσιαστικό
- 01 επιστημονικό περιοδικό
科学論文 かがくろんぶん
ουσιαστικό
- 01 επιστημονικό άρθρο, επιστημονική δημοσίευση
科学理論 かがくりろん
ουσιαστικό
- 01 επιστημονική θεωρία
科学機器 かがくきき
ουσιαστικό
- 01 επιστημονικό όργανο
科技 かぎ
ουσιαστικό
- 01 επιστήμη και τεχνολογία, τεχνολογία
科学兵器 かがくへいき
ουσιαστικό
- 01 χημικό όπλο
科学技術諮問会議 かがくぎじゅつしもんかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συμβουλευτικό συμβούλιο επιστήμης και τεχνολογίας
科学技術振興事業団 かがくぎじゅつしんこうじぎょうだん
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικός Οργανισμός Επιστήμης και Τεχνολογίας, JST
科学技術政策研究所 かがくぎじゅつせいさくけんきゅうしょ
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης και Τεχνολογίας
科学技術政策研究所 かがくぎじゅつせいさくけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, NISTE
科警研 かけいけん
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Αστυνομικής Επιστήμης (συντομογραφία)
科
- 01 τμήμα
- 02 μάθημα
- 03 τμήμα