108 αποτελέσματα για «秘»

秘中 ひちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εν κρυπτώ
秘苑 ひえん

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικός κήπος, ιδιωτικός κήπος
  2. 02 γυναικεία γεννητικά όργανα
秘史 ひし

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή ιστορία, άγνωστα ιστορικά γεγονότα
秘計 ひけい

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό σχέδιο
秘図 ひず

ουσιαστικό

  1. 01 πολύτιμη εικόνα, απόρρητη εικόνα, άσεμνη εικόνα
秘密箱 ひみつばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί γρίφος
秘密会 ひみつかい

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική συνάντηση, μυστικό συνέδριο, κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση
秘密っぽい ひみつっぽい

επίθετο

  1. 01 μυστικοπαθής, αινιγματικός
秘書検定 ひしょけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημες εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος γραμματέα
秘方 ひほう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική μέθοδος, μυστική συνταγή, μυστικό φάρμακο
秘結 ひけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δυσκοιλιότητα
秘密性 ひみつせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπιστευτικότητα, μυστικότητα
秘説 ひせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική θεωρία
秘鑰 ひやく

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό κλειδί
秘境駅 ひきょうえき

ουσιαστικό

  1. 01 απομονωμένος σταθμός, δυσπρόσιτος σταθμός, μη πολυσύχναστος σταθμός
秘密漏洩 ひみつろうえい

ουσιαστικό

  1. 01 διαρροή μυστικού
秘密投票 ひみつとうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική ψηφοφορία, μυστική κάλπη
秘芸 ひげい

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική τεχνική, μυστική τέχνη
秘書科 ひしょか

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματειακός κλάδος
秘密選挙 ひみつせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική ψηφοφορία