324 αποτελέσματα για «立»
立ち直り たちなおり
ουσιαστικό
- 01 ανάκαμψη, αποκατάσταση
立ち退く たちのく
ρήμα
- 01 αποχωρώ, εκκενώνω, αποσύρομαι, φεύγω
- 02 μετακομίζω (από σπίτι κ.λπ.), αδειάζω, εκκενώνω
立ち働く たちはたらく
ρήμα
- 01 εργάζομαι εντατικά, δουλεύω επιμελώς
立ち上げ たちあげ
ουσιαστικό
- 01 ξεκίνημα (π.χ. επιχείρησης, υπολογιστή)
立食 りっしょく
ουσιαστικό
- 01 γεύμα όρθιων, μπουφέ
立ち戻る たちもどる
ρήμα
- 01 επιστρέφω, γυρίζω πίσω
立て看板 たてかんばん
ουσιαστικό
- 01 ορθή πινακίδα, διαφημιστική πινακίδα, ταμπλό
立て掛ける たてかける
ρήμα
- 01 στηρίζω σε κάτι, ακουμπώ επάνω σε
立ちっぱなし たちっぱなし
άλλο
- 01 ορθοστασία για πολλή ώρα, παραμονή σε όρθια στάση
立つ瀬がない たつせがない
άλλο, επίθετο
- 01 βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, περιέρχομαι σε δίλημμα, είμαι σε αδιέξοδο, χάνω το κύρος μου
立て札 たてふだ
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα σε στύλο (συνήθως ξύλινη με μικρή στέγη, η οποία περιέχει πληροφορίες για ένα αξιοθέατο, προειδοποίηση, συγχαρητήρια, κ.λπ.), δημόσια ανακοίνωση, πίνακας ανακοινώσεων, αναρτητήριο
立ち退き たちのき
ουσιαστικό
- 01 έξωση
立候補者 りっこうほしゃ
ουσιαστικό
- 01 υποψήφιος (για εκλογές)
立てこもり たてこもり
ουσιαστικό
- 01 αυτοπεριορισμός, κλείσιμο στον εαυτό κάποιου (στο δωμάτιό του κ.λπ.)
- 02 οχύρωση μέσα σε κτίριο (φρούριο κ.λπ.) υπό πολιορκία, ταμπουρώνομαι
立身出世 りっしんしゅっせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαγγελματική καταξίωση, επιτυχία στη ζωή
立つ瀬 たつせ
ουσιαστικό
- 01 θέση, κύρος, τιμή, υπόληψη
立地条件 りっちじょうけん
ουσιαστικό
- 01 συνθήκες τοποθεσίας, καταλληλότητα τοποθεσίας, προσβασιμότητα τοποθεσίας
立場を取る たちばをとる
άλλο, ρήμα
- 01 λαμβάνω θέση (π.χ. σε ένα ζήτημα), υιοθετώ στάση
立法 りっぽう N1
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 θέσπιση νομοθεσίας, νομοθέτηση
- 02 νομοθετικός
立件 りっけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχηματίζω ποινική δικογραφία