87 αποτελέσματα για «競»
競争売買 きょうそうばいばい
ουσιαστικό
- 01 δημοπρασία
競合脱線 きょうごうだっせん
ουσιαστικό
- 01 εκτροχιασμός τρένου λόγω σύμπτωσης αιτιών
競争価格 きょうそうかかく
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνιστική τιμή
競い肌 きおいはだ
ουσιαστικό
- 01 ανδρισμός, ιπποτισμός
競映 きょうえい
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνιστική προβολή ταινιών
競合アクセス業者 きょうごうアクセスぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 πάροχος ανταγωνιστικής πρόσβασης
競合整理処理 きょうごうせいりしょり
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία ελέγχου ανταγωνισμού
競り手 せりて
ουσιαστικό
- 01 πλειοδότης (για παράδειγμα σε δημοπρασία)
競り売買 せりばいばい
ουσιαστικό
- 01 δημοπρασία
競売買 きょうばいばい
ουσιαστικό
- 01 αγοραπωλησία σε δημοπρασία, δημοπρασία
競ふ きおう
ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, διεκδικώ
競技プログラミング きょうぎプログラミング
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνιστικός προγραμματισμός, διαγωνιστικός προγραμματισμός
競落 きょうらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόκτηση μέσω πλειστηριασμού
競艇場 きょうていじょう
ουσιαστικό
- 01 εγκατάσταση αγώνων ταχυπλόων, χώρος διεξαγωγής αγώνων ταχυπλόων
競り上がる せりあがる
ρήμα
- 01 ανεβαίνω (για την τιμή προσφοράς σε δημοπρασία)
競業 きょうぎょう
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματικός ανταγωνισμός
競業避止 きょうぎょうひし
ουσιαστικό
- 01 μη ανταγωνισμός (ρήτρα, υποχρέωση κ.λπ.)
競プロ きょうプロ
ουσιαστικό
- 01 διαγωνιστικός προγραμματισμός, συγγραφή κώδικα για διαγωνισμούς
競取り せどり
ουσιαστικό
- 01 μεταπώληση (μεταχειρισμένων βιβλίων), εμπορία
競合状態 きょうごうじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση ανταγωνισμού