79 αποτελέσματα για «竹»

竹の子生活 たけのこせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 πώληση προσωπικών αντικειμένων για την επιβίωση (όπως ξεφλουδίζει κανείς ένα ένα τα στρώματα ενός βλαστού μπαμπού)
竹槍戦術 たけやりせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική αντιμετώπισης τεχνολογικά ανώτερου αντιπάλου με πρωτόγονα μέσα, απόλυτη προσκόλληση στην απλή αποφασιστικότητα (αφελής πνευματισμός) κατά την αναμέτρηση με έναν υπέρτερο εχθρό
竹節人参 ちくせつにんじん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό τζίνσενγκ (Panax japonicus)
竹蔗 ちくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό ζαχαροκάλαμο (Saccharum sinense)
竹の園 たけのその

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος με μπαμπού
  2. 02 αυτοκρατορική οικογένεια
竹小豆 たけあずき

ουσιαστικό

  1. 01 τάκε-αζούκι (Vigna umbellata)
竹器 ちっき

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο από μπαμπού
竹皮 たけかわ

ουσιαστικό

  1. 01 φλοιός μπαμπού, περίβλημα μπαμπού
竹の子にょっき たけのこにょっき

ουσιαστικό

  1. 01 τακενόκο νιόκι, ομαδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες ενώνουν τα χέρια τους και προσπαθούν να τα σηκώσουν λέγοντας «νιόκι» χωρίς να μιλήσουν ταυτόχρονα με κάποιον άλλον μέχρι να μείνει μόνο ένας παίκτης (ο ηττημένος)
竹紙 ちくし

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό χαρτί φτιαγμένο από ίνες μπαμπού
  2. 02 χαρτώδες εσωτερικό στρώμα μέσα στο καλάμι του μπαμπού
竹がえし たけがえし

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες προσπαθούν να πιάσουν ξύλινες σπάτουλες τακεγκάεσικ στο πίσω μέρος της παλάμης τους
竹節 たけふ

ουσιαστικό

  1. 01 κόμπος μπαμπού, παράλληλες γραμμές από δύο πέτρες με απόσταση ενός σημείου μεταξύ τους
竹似草 タケニグサ

ουσιαστικό

  1. 01 μακλεία η καρδιόφυλλη (φυτό γνωστό και ως plume poppy), δενδρώδης χελιδονή βοτάνη
竹井美術館 たけいびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης Τακέι
竹取翁の物語 たけとりのおきなのものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 Τακετόρι νο Οκίνα νο Μονογκατάρι (εναλλακτική ονομασία για το Τακετόρι Μονογκατάρι: Η ιστορία του μπαμπού-κόφτη)
竹菱電機 たけびしでんき

ουσιαστικό

  1. 01 Takebishi Electric Sales Corporation
竹聯幇 ちくれんほう

ουσιαστικό

  1. 01 Τσικουρενχό (ταϊβανέζικο εγκληματικό συνδικάτο)
竹笹堂 たけざさどう

ουσιαστικό

  1. 01 Τακεζασάντο
  1. 01 μπαμπού