68 αποτελέσματα για «笑»

笑門 しょうもん

άλλο

  1. 01 το σπίτι εκείνων που χαμογελούν (όπου θα έρθει η καλή τύχη και η ευτυχία)
笑門福来 しょうもんふくらい

άλλο

  1. 01 η καλή τύχη και η ευτυχία έρχονται στο σπίτι εκείνων που χαμογελούν
笑読 しょうどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση (του έργου μου) με ευχαρίστηση
笑気麻酔 しょうきますい

ουσιαστικό

  1. 01 αναισθησία με υποξείδιο του αζώτου, αναισθησία με αέριο του γέλιου
笑いあう わらいあう

ρήμα

  1. 01 γελάμε μαζί
笑筋 しょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 μειδιών μυς
笑点 しょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 Σόουτεν (τηλεοπτικό κωμικό πρόγραμμα από το 1966 μέχρι σήμερα)
  1. 01 γελώ