69 αποτελέσματα για «納»

納税者番号 のうぜいしゃばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός φορολογικού μητρώου (στις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.λπ.)
納得のいく なっとくのいく

άλλο

  1. 01 ικανοποιητικός, πειστικός, αποδεκτός
納入者 のうにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προμηθευτής, πάροχος, πωλητής
納骨式 のうこつしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ενταφιασμού οστών (τελετή τοποθέτησης τεφροδόχου)
納品物 のうひんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοτέα, παραδοθέν προϊόν
納棺師 のうかんし

ουσιαστικό

  1. 01 νεκροθάφτης, άνθρωπος που προετοιμάζει τη σορό για την ταφή
納所坊主 なっしょぼうず

ουσιαστικό

  1. 01 ιερωμένος χαμηλότερης βαθμίδας, υπάλληλος ναού
  2. 02 ταμίας ναού
納税協会 のうぜいきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση φορολογουμένων
  1. 01 διακανονισμός, οικισμός
  2. 02 αποκτώ, λαμβάνω
  3. 03 θερίζω, συγκομίζω, αποκομίζω
  4. 04 πληρώνω
  5. 05 προμηθεύω, παρέχω
  6. 06 αποθηκεύω, φυλάσσω