94 αποτελέσματα για «紙»

紙礫 かみつぶて

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη μπαλίτσα, μπαλάκι από χαρτί
紙店 かみてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα χαρτικών, χαρτέμπορος, πωλητής χαρτιού, χαρτοποιός
紙牌 しはい

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη κάρτα, χάρτινο σημείωμα
紙器 しき

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινα είδη, δοχεία κ.λπ. κατασκευασμένα από χαρτί
紙屑拾い かみくずひろい

ουσιαστικό

  1. 01 ρακοσυλλέκτης
紙価 しか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή χαρτιού
紙鍋 かみなべ

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινο χοτ ποτ, φαγητό τύπου χοτ ποτ που μαγειρεύεται μισοτυλιγμένο σε χαρτί
紙巻たばこ かみまきタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγάρο
紙の辞書 かみのじしょ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο λεξικό, λεξικό σε χαρτί
紙婚式 かみこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη επέτειος (γάμου), πρώτη επέτειος γάμου
紙上計画 しじょうけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρητικό σχέδιο (σχέδιο μόνο στα χαρτιά)
紙鋏 かみばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι χαρτιού
紙づまり かみづまり

ουσιαστικό

  1. 01 εμπλοκή χαρτιού
紙番付 かみばんづけ

ουσιαστικό

  1. 01 κατατάξεις γραμμένες σε χαρτί
紙綴器 かみつづき

ουσιαστικό

  1. 01 συρραπτικό, συνδετήρας χαρτιών
紙送り かみおくり

ουσιαστικό

  1. 01 τροφοδοσία χαρτιού
紙切りナイフ かみきりナイフ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτοκόπτης, μαχαίρι κοπής χαρτιού
紙土 かみつち

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτόπηλος
紙加工 かみかこう

ουσιαστικό

  1. 01 επεξεργασία χαρτιού
紙クーポン かみクーポン

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινο κουπόνι, χάρτινο δελτίο