68 αποτελέσματα για «給»
給水池 きゅうすいち
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή νερού
給ふ たまう
ρήμα
- 01 δίνω, προσφέρω
- 02 λαμβάνω, δέχομαι
給血者 きゅうけつしゃ
ουσιαστικό
- 01 αιμοδότης
給料泥棒 きゅうりょうどろぼう
ουσιαστικό
- 01 λουφαδόρος, τεμπέλης υπάλληλος, άχρηστος εργαζόμενος, κλέφτης μισθού
給与明細書 きゅうよめいさいしょ
ουσιαστικό
- 01 εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών
給仕人 きゅうじにん
ουσιαστικό
- 01 σερβιτόρος, σερβιτόρα
給水タンク きゅうすいタンク
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή νερού
給
- 01 μισθός
- 02 μισθός
- 03 δώρο
- 04 παρέχω
- 05 χορηγώ
- 06 απονέμω