112 αποτελέσματα για «統»

統合者 とうごうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικός
統計力学 とうけいりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική μηχανική
統一場理論 とういつばりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία ενοποιημένου πεδίου
統合幕僚学校 とうごうばくりょうがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Σχολή Συνδυασμένου Επιτελείου
統合幕僚会議 とうごうばくりょうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Συμβούλιο του Μικτού Επιτελείου (της Ιαπωνίας)
統計法 とうけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί στατιστικών
統合漢字 とうごうかんじ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοποιημένος κινεζικός χαρακτήρας
統制線 とうせいせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή φάσης
統合医療 とうごういりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωμένη ιατρική
統制品 とうせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγχόμενο ή ρυθμιζόμενο προϊόν
統一法 とういつほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ομοιομορφίας
統語法 とうごほう

ουσιαστικό

  1. 01 συντακτικό
統幕会議 とうばくかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο κοινού επιτελείου
統一地方選 とういつちほうせん

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικές αυτοδιοικητικές εκλογές
統語学 とうごがく

ουσιαστικό

  1. 01 μελέτη της σύνταξης
統轄者 とうかつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επόπτης, ελεγκτής
統べ合わせる すべあわせる

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω, ενοποιώ
統語指標 とうごしひょう

ουσιαστικό

  1. 01 συντακτικός δείκτης
統語範疇 とうごはんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συντακτική κατηγορία
統率束縛理論 とうそつそくばくりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία κυβέρνησης-δέσμευσης