66 αποτελέσματα για «継»

継続相 けいぞくそう

ουσιαστικό

  1. 01 διαρκής όψη, παρατατική όψη, συνεχής όψη
継承戦争 けいしょうせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος διαδοχής
継親子 けいしんし

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση πατριού ή μητριάς και θετού παιδιού, πατριός ή μητριά και θετό παιδί
継承語 けいしょうご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα κληρονομιάς
継続飛行 けいぞくひこう

ουσιαστικό

  1. 01 πτήση αντοχής, πτήση χωρίς στάση
継
  1. 01 κληρονομώ
  2. 02 διαδέχομαι
  3. 03 συνεχίζω
  4. 04 μπαλώνω
  5. 05 εμβολιάζω (δέντρο)