83 αποτελέσματα για «網»

網様体 もうようたい

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτός σχηματισμός
網膜炎 もうまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιβληστροειδίτιδα
網藍子 アミアイゴ

ουσιαστικό

  1. 01 αμι-άιγκο, είδος αγριόψαρου (Siganus spinus), μαύρο ακανθοπτερύγιο, μαύρο τρεβάλι, μπλε κηλιδωτό τρεβάλι, ακανθώδες λαγόψαρο
網干垣 あぼしがき

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού φράχτης που μοιάζει με δίχτυ ψαρέματος
網平茸 あみひらたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αμυραδαλλιά (Polyporus squamosus)
網目鰻 あみめうなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ερπετόιχθυς (Erpetoichthys calabaricus), φιδόψαρο
網玉 あみだま

ουσιαστικό

  1. 01 απόχη (για ψάρεμα)
網膜芽細胞腫 もうまくがさいぼうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ρετινοβλάστωμα
網細工 あみざいく

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο, πλέγμα
網の目に風とまらず あみのめにかぜとまらず

άλλο

  1. 01 δεν μπορείς να πιάσεις τον άνεμο με δίχτυ
網階調 あみかいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαβάθμιση ημίτονου
網羅率 もうらりつ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη, ποσοστό κάλυψης
網船 あみぶね

ουσιαστικό

  1. 01 βάρκα για ψάρεμα με δίχτυα, αλιευτικό σκάφος με δίχτυα
網脂 あみあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 αμιάντρα, λευκό λίπος της κοιλιακής χώρας των ζώων, κρεπίν
網赤血球 もうせっけっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυοερυθροκύτταρο
網茸 アミタケ

ουσιαστικό

  1. 01 βοειδές μανιτάρι (Suillus bovinus), σουίλο το βοειδές
網子 あみこ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακός ψαράς (παρείχε εργασία σε έναν αφέντη με αντάλλαγμα εξοπλισμό και μερικές φορές κατάλυμα), μισθωτός ψαράς
網膜動脈 もうまくどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιβληστροειδική αρτηρία
網代駕籠 あじろかご

ουσιαστικό

  1. 01 φορείο φτιαγμένο από ψάθα
網代車 あじろぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό κάθισμα από πλέγμα, αμαξάκι με βόδια από πλέγμα