73 αποτελέσματα για «緊»

緊急浮上訓練 きんきゅうふじょうくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση έκτακτης ανάδυσης (υποβρύχιο)
緊急炉心冷却装置 きんきゅうろしんれいきゃくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ψύξης πυρήνα έκτακτης ανάγκης, ECCS
緊急シート きんきゅうシート

ουσιαστικό

  1. 01 ισοθερμική κουβέρτα έκτακτης ανάγκης
緊急火山情報 きんきゅうかざんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη ειδοποίηση ηφαιστειακής δραστηριότητας (π.χ. προειδοποίηση έκρηξης), επείγουσα πληροφόρηση για ηφαιστειακή δραστηριότητα
緊急避妊ピル きんきゅうひにんピル

ουσιαστικό

  1. 01 χάπι της επόμενης μέρας
緊張激化 きんちょうげきか

ουσιαστικό

  1. 01 κλιμάκωση της έντασης, ένταση της έντασης
緊急停車 きんきゅうていしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκτακτη στάση (τρένου, αυτοκινήτου, κ.λπ.)
緊急交通路 きんきゅうこうつうろ

ουσιαστικό

  1. 01 οδός έκτακτης ανάγκης, δρόμος που μπορεί να κλείσει για οχήματα εκτός ανάγκης, οδός επείγουσας κυκλοφορίας (επίσημη μετάφραση)
緊急性 きんきゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 επείγον, ανάγκη
緊急連絡先 きんきゅうれんらくさき

ουσιαστικό

  1. 01 τηλέφωνο ανάγκης, στοιχεία επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης
緊急物資 きんきゅうぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 εφόδια έκτακτης ανάγκης, απαραίτητα είδη
緊箍児 きんこじ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγικό στεφάνι που δόθηκε από την Κουανγίν στον Σουαντζάνγκ για να ελέγχει τον Σουν Γουκόνγκ (από το Ταξίδι προς τη Δύση)
  1. 01 τεταμένος
  2. 02 στερεός
  3. 03 σκληρός
  4. 04 αξιόπιστος
  5. 05 σφιχτός