63 αποτελέσματα για «編»

編み上げブーツ あみあげブーツ

ουσιαστικό

  1. 01 μποτάκια με κορδόνια
編入生 へんにゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταγραφόμενος μαθητής ή φοιτητής, εγγεγραμμένος σπουδαστής
  1. 01 σύνταξη, συλλογή
  2. 02 πλέκω
  3. 03 πλέκω
  4. 04 πλέκω
  5. 05 στρίβω
  6. 06 επιμέλεια, επεξεργασία
  7. 07 ολοκληρωμένο ποίημα
  8. 08 μέρος βιβλίου, τόμος