79 αποτελέσματα για «縁»
縁付き へりつき
ουσιαστικό
- 01 με ακανόνιστο άκρο (π.χ. χαρτί)
縁合い えんあい
ουσιαστικό
- 01 συγγενής, πρόσωπο με το οποίο διατηρεί κανείς στενό δεσμό
縁籍 えんせき
ουσιαστικό
- 01 συγγενείς
縁定め えんさだめ
ουσιαστικό
- 01 συμβόλαιο γάμου
縁裂れ ふちぎれ
ουσιαστικό
- 01 λωρίδα περιθωρίου
縁故政治 えんこせいじ
ουσιαστικό
- 01 οικογενειοκρατία, αναξιοκρατική διακυβέρνηση με βάση τις προσωπικές γνωριμίες
縁故募集 えんこぼしゅう
ουσιαστικό
- 01 πρόσληψη μέσω προσωπικών γνωριμιών
- 02 ιδιωτική προσφορά μετοχών
縁者贔屓 えんじゃびいき
ουσιαστικό
- 01 ευνοιοκρατία, νεποτισμός
縁の色 ゆかりのいろ
ουσιαστικό
- 01 βιολετί
縁故資本主義 えんこしほんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 συντεχνιακός καπιταλισμός
縁の下の舞 えんのしたのまい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αθέατη σκληρή εργασία, αχάριστο καθήκον, χορός κάτω από τη βεράντα
- 02 χορός εκτός σκηνής που εκτελούνταν παλαιότερα στις 22 της δεύτερης σεληνιακής σελήνης στον ναό Τενότζι της Οσάκα
縁海 えんかい
ουσιαστικό
- 01 εσωτερική θάλασσα, επηπειρωτική θάλασσα, επηπειρωτική θάλασσα, περιθωριακή θάλασσα
縁と月日 えんとつきひ
άλλο
- 01 μην προσπαθείς να εκβιάσεις τα ευχάριστα γεγονότα
縁起担ぎ えんぎかつぎ
ουσιαστικό
- 01 δεισιδαιμονικός, δεισιδαίμονας
縁紅弁慶 ふちべにべんけい
ουσιαστικό
- 01 παχύφυτο (Crassula ovata), φυτό του χρήματος
縁なし フチなし
άλλο
- 01 χωρίς σκελετό (για παράδειγμα γυαλιά)
- 02 χωρίς περιθώριο (για παράδειγμα εκτύπωση)
縁亀虫 ヘリカメムシ
ουσιαστικό
- 01 κοριός της οικογένειας των ερικοειδών (Coreidae)
縁故者 えんこしゃ
ουσιαστικό
- 01 συγγενής πρόσωπο, συγγενής
縁
- 01 συγγένεια
- 02 σχέση
- 03 σύνδεση
- 04 άκρη
- 05 όριο
- 06 χείλος
- 07 χείλος