183 αποτελέσματα για «老»

老松 ろうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέρικο πεύκο
老嬢 ろうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη ανύπαντρη γυναίκα
老大 ろうだい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γηράσκων, ηλικιωμένο άτομο
老耄 ろうもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεροντική άνοια, γεροντική εξασθένηση, σωματική και πνευματική παρακμή λόγω γήρατος
老馬 ろうば

ουσιαστικό

  1. 01 γέρικο άλογο
老猫 ろうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέρικη γάτα
老妻 ろうさい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη γυναίκα
老化現象 ろうかげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γήρανση, διαδικασία γήρανσης
老生 ろうせい

ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 ηλικιωμένο άτομο
  2. 02 εγώ
老境に入る ろうきょうにいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μπαίνω στην τρίτη ηλικία
老夫 ろうふ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένος άνδρας, γέροντας
老醜 ろうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ασχήμια των γηρατειών
老躯 ろうく

ουσιαστικό

  1. 01 γερασμένο σώμα, γερασμένα κόκαλα
老人介護 ろうじんかいご

ουσιαστικό

  1. 01 φροντίδα ηλικιωμένων, περίθαλψη τρίτης ηλικίας
老年期 ろうねんき

ουσιαστικό

  1. 01 γηρατειά
老農 ろうのう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένος αγρότης, έμπειρος αγρότης
老妓 ろうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένη γκέισα
老熟 ろうじゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ωριμότητα
老大家 ろうたいか

ουσιαστικό

  1. 01 σεβάσμια αυθεντία, ηλικιωμένος δάσκαλος
老いらく おいらく

ουσιαστικό

  1. 01 γηρατειά, δύση της ζωής