89 αποτελέσματα για «腰»

腰羽目 こしばめ

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση τοίχου μέχρι το ύψος της μέσης
腰弱 こしよわ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής μέση, άτομο χωρίς πυγμή
腰細 こしぼそ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 στενόμακρος στη μέση
  2. 02 αμμοφίλα η αμμώδης (είδος σφήκας με κόκκινη ζώνη)
腰投げ こしなげ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσινάγκε, ρίψη από το ισχίο (τζούντο, σούμο)
腰張り こしばり

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση τοίχου (συνήθως ξύλινη επένδυση στο κάτω μέρος του τοίχου)
  2. 02 διακοσμητική χάρτινη ποδιά συρόμενης πόρτας
腰囲 ようい

ουσιαστικό

  1. 01 περίμετρος γοφών
腰赤燕 こしあかつばめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινορραχοχελίδονο (Hirundo daurica)
  2. 02 ραβδωτό χελιδόνι (Hirundo striolata)
腰強 こしづよ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γεροδεμένος
  2. 02 πεισματάρης, επίμονος, αλύγιστος
  3. 03 ιξώδης, ελαστικός και κολλώδης, μαστιχωτός
腰掛け仕事 こしかけしごと

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή εργασία, δουλειά για το διάστημα που κάποιος αναζητά κάτι καλύτερο, απασχόληση μόνο για να περνά η ώρα
腰掛け台 こしかけだい

ουσιαστικό

  1. 01 πάγκος (π.χ. για το μπάνιο), κάθισμα, μικρό έπιπλο πάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει κανείς
腰折れ屋根 こしおれやね

ουσιαστικό

  1. 01 κεκλιμένη στέγη, στέγη μάνσαρντ
腰鉈 こしなた

ουσιαστικό

  1. 01 γερό μαχαίρι με πλατιά λάμα, που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και στο κυνήγι, με ορθογώνια λεπίδα
腰つき こしつき

ουσιαστικό

  1. 01 βάδισμα, στάση σώματος
腰が強い こしがつよい

άλλο

  1. 01 σφιχτός, εύκαμπτος και ανθεκτικός, επίμονος
腰布団 こしぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 κοσιμπούτον (μαξιλάρι που φοριέται γύρω από τη μέση για ζεστασιά)
腰垣 こしがき

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός φράχτης στο ύψος της μέσης
腰白 こしじろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοντομάνικο κιμονό με απλή λευκή πλάτη
腰細蜂 こしぼそばち

ουσιαστικό

  1. 01 κοσιμποσομπάτσι (είδος σφήκας με λεπτή μέση, Ammophila sabulosa)
腰神経 ようしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 οσφυϊκό νεύρο
腰仙 ようせん

ουσιαστικό

  1. 01 οσφυοϊερός