85 αποτελέσματα για «舞»

舞台中継 ぶたいちゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεοπτική μετάδοση θεατρικής παράστασης
舞台に掛ける ぶたいにかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανεβάζω στη σκηνή
舞々 まいまい

ουσιαστικό

  1. 01 σαλιγκάρι
舞舞蛾 まいまいが

ουσιαστικό

  1. 01 μαιμάιγκα (Lymantria dispar), σπογγώδης νυχτοπεταλούδα
舞台生活 ぶたいせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική σταδιοδρομία
舞台係り ぶたいがかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος σκηνής, φροντιστής σκηνής
舞台負け ぶたいまけ

ουσιαστικό

  1. 01 τραχύτητα σκηνής
舞車 まいぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβαλικό άρμα
舞グセ まいグセ

ουσιαστικό

  1. 01 χορευτική ιδιομορφία (ακουστική κορύφωση σε ένα έργο νο κατά την οποία ο κύριος ηθοποιός χορεύει)
舞囃子 まいばやし

ουσιαστικό

  1. 01 είδος άτυπης μουσικής παράστασης νο
舞鼠 まいねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό ποντίκι χορευτής (Mus musculus musculus)
舞鶴草 まいづるそう

ουσιαστικό

  1. 01 μαιανθέμο το διευρυμένο, ψευδές κρινάκι της κοιλάδας
舞萩 まいはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοδάριο το κινούμενο (Codariocalyx motorius), φυτό σηματοφόρος, φυτό που χορεύει
舞妓遊び まいこあそび

ουσιαστικό

  1. 01 διασκέδαση με τη συντροφιά μιας μαϊκό (μαθητευόμενη γκέισα)
舞台人 ぶたいじん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθοποιός σκηνής, καλλιτέχνης του θεάτρου
舞台挨拶 ぶたいあいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαιρετισμός των συντελεστών και των ηθοποιών πάνω στη σκηνή κατά την ημέρα της πρεμιέρας μιας ταινίας ή ενός θεατρικού έργου
舞踊曲 ぶようきょく

ουσιαστικό

  1. 01 χορευτική μουσική, μουσική μπαλέτου
舞舞螺 まいまいつぶり

ουσιαστικό

  1. 01 σαλιγκάρι
舞台女優 ぶたいじょゆう

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική ηθοποιός
舞踏家 ぶとうか

ουσιαστικό

  1. 01 χορευτής