99 αποτελέσματα για «航»
航宇 こうう
ουσιαστικό
- 01 αεροδιαστημικός
航空管制塔 こうくうかんせいとう
ουσιαστικό
- 01 πύργος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας
航洋船 こうようせん
ουσιαστικό
- 01 πλοίο ανοιχτής θαλάσσης, ωκεανοπόρο πλοίο
航空自衛隊幹部学校 こうくうじえいたいかんぶがっこう
ουσιαστικό
- 01 σχολή επιτελών αεροπορικής αυτοάμυνας
航空宇宙技術研究所 こうくううちゅうぎじゅつけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Αεροδιαστημικής, NAL
航空郵便 こうくうゆうびん
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικό ταχυδρομείο
航空灯台 こうくうとうだい
ουσιαστικό
- 01 αεροναυτιλιακός φάρος
航空宇宙工業 こうくううちゅうこうぎょう
ουσιαστικό
- 01 αεροδιαστημική βιομηχανία
航空書簡 こうくうしょかん
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική επιστολή
航空交通管制 こうくうこうつうかんせい
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας
航空病 こうくうびょう
ουσιαστικό
- 01 αεροναυτία
航空機燃料税 こうくうきねんりょうぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος καυσίμων αεροσκαφών
航空警務隊 こうくうけいむたい
ουσιαστικό
- 01 στρατονομική ταξιαρχία (πολεμική αεροπορία)
航空医学 こうくういがく
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική ιατρική
航空保険 こうくうほけん
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική ασφάλιση
航送 こうそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θαλάσσια ή αεροπορική μεταφορά
航空発動機 こうくうはつどうき
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικός κινητήρας
航海薄明 こうかいはくめい
ουσιαστικό
- 01 ναυτικό λυκόφως
航行区域 こうこうくいき
ουσιαστικό
- 01 ρυθμιζόμενη περιοχή ναυσιπλοΐας, περιοχή ναυσιπλοΐας, ζώνη ναυσιπλοΐας
航空機モード こうくうきモード
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία πτήσης (ρύθμιση σε ηλεκτρονική συσκευή), λειτουργία αεροπλάνου