116 αποτελέσματα για «良»

良く良く よくよく

επίρρημα

  1. 01 προσεκτικά, διεξοδικά
  2. 02 πολύ, εξαιρετικά, υπερβολικά
  3. 03 δεν έχω άλλη επιλογή, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, αναπόφευκτο, αναπόδραστο
良吏 りょうり

ουσιαστικό

  1. 01 άξιος δημόσιος λειτουργός
良俗 りょうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 χρηστό έθιμο, καλό ήθος
良くも悪しくも よくもあしくも

άλλο

  1. 01 είτε καλώς είτε κακώς, ανεξαρτήτως αξίας, και καλό και κακό
良材 りょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 καλό υλικό, ποιοτική ξυλεία, ικανά άτομα
良夜 りょうや

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγαρόλουστη νύχτα
良性腫瘍 りょうせいしゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 καλοήθης όγκος
良貨 りょうか

ουσιαστικό

  1. 01 καλό χρήμα
良医 りょうい

ουσιαστικό

  1. 01 καλός γιατρός
良き手本 よきてほん

ουσιαστικό

  1. 01 καλό παράδειγμα
良知 りょうち

ουσιαστικό

  1. 01 ενορατική γνώση, διαίσθηση
良風 りょうふう

ουσιαστικό

  1. 01 καλή συνήθεια, καλό έθιμο
良工 りょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένος τεχνίτης
良能 りょうのう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ικανότητα
良導体 りょうどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 καλός αγωγός (θερμότητας, ηλεκτρισμού κ.λπ.)
良識の府 りょうしきのふ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οίκος της ορθής κρίσης (παρωνύμιο της άνω βουλής της ιαπωνικής δίαιτας)
良くしたもの よくしたもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βολικό πράγμα, αρμονικό και καλοφτιαγμένο αντικείμενο
  2. 02 τα πράγματα εξελίσσονται πάντα καλά
良心的兵役拒否 りょうしんてきへいえききょひ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίρρηση συνείδησης
良かろう よかろう

άλλο

  1. 01 μάλλον καλό, ωραία δεν είναι;, πολύ καλά
良い日を選ぶ よいひをえらぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιλέγω μια τυχερή (ευοίωνη) ημέρα