73 αποτελέσματα για «芸»

芸術は長く人生は短し げいじゅつはながくじんせいはみじかし

άλλο

  1. 01 η τέχνη είναι μακροχρόνια, η ζωή είναι σύντομη
芸娼妓解放令 げいしょうぎかいほうれい

ουσιαστικό

  1. 01 διάταγμα απελευθέρωσης όλων των γκέισα και των ιερόδουλων (1872)
芸舞妓 げいまいこ

ουσιαστικό

  1. 01 γκέισα και μαϊκό
芸が身を助けるほどの不幸せ げいがみをたすけるほどのふしあわせ

άλλο

  1. 01 το να μπορείς να ζήσεις ως καλλιτέχνης δεν είναι ευλογία
芸能プロ げいのうプロ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτορείο ταλέντων
芸能プロダクション げいのうプロダクション

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο εκπροσώπησης καλλιτεχνών
芸能事務所 げいのうじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο ταλέντων
芸術工学部 げいじゅつこうがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα σχεδιασμού, σχολή σχεδιασμού
芸術学部 げいじゅつがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή καλών τεχνών
芸術学 げいじゅつがく

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογία, επιστήμη της τέχνης
芸備線 げいびせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Γκέιμπι (σιδηροδρομική γραμμή Χιροσίμα-Βόρειας Οκαγιάμα)
芸艸堂 うんそうどう

ουσιαστικό

  1. 01 Ουνσόντο
  1. 01 τεχνική
  2. 02 τέχνη
  3. 03 τέχνη, χειροτεχνία
  4. 04 παράσταση
  5. 05 υποκριτική
  6. 06 κόλπο, τέχνασμα
  7. 07 ακροβατικό, επικίνδυνο νούμερο