155 αποτελέσματα για «英»
英仏海峡 えいふつかいきょう
ουσιαστικό
- 01 Μάγχη
英王 えいおう
ουσιαστικό
- 01 βασιλιάς της Αγγλίας
英語劇 えいごげき
ουσιαστικό
- 01 θεατρική παράσταση στην αγγλική γλώσσα
英京 えいきょう
ουσιαστικό
- 01 βρετανική πρωτεύουσα, Λονδίνο
英会話学校 えいかいわがっこう
ουσιαστικό
- 01 σχολή εκμάθησης αγγλικού προφορικού λόγου
英文和訳 えいぶんわやく
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση από τα αγγλικά στα ιαπωνικά
英詩 えいし
ουσιαστικό
- 01 αγγλική ποίηση, αγγλικό ποίημα
英米文学 えいべいぶんがく
ουσιαστικό
- 01 αγγλοαμερικανική λογοτεχνία
英主 えいしゅ
ουσιαστικό
- 01 σοφός ηγεμόνας
英書 えいしょ
ουσιαστικό
- 01 αγγλικό βιβλίο, βιβλίο γραμμένο στα αγγλικά
英米人 えいべいじん
ουσιαστικό
- 01 Βρετανοί και Αμερικανοί
英数 えいすう
ουσιαστικό
- 01 αλφαριθμητικοί χαρακτήρες, αλφαριθμητικά, γράμματα (του αγγλικού αλφαβήτου) και αριθμοί
英貨 えいか
ουσιαστικό
- 01 βρετανικό νόμισμα, στερλίνα
英語訳 えいごやく
ουσιαστικό
- 01 αγγλική έκδοση
- 02 αγγλική μετάφραση
英式 えいしき
ουσιαστικό
- 01 βρετανικό στυλ
- 02 βαλβίδα Ντάνλοπ, βαλβίδα Γουντς
英国放送協会 えいこくほうそうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Βρετανικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, BBC
英語学 えいごがく
ουσιαστικό
- 01 αγγλική φιλολογία, αγγλική γλωσσολογία
英文解釈 えいぶんかいしゃく
ουσιαστικό
- 01 ερμηνεία αγγλικού κειμένου
英国民 えいこくみん
ουσιαστικό
- 01 Βρετανός υπήκοος, Βρετανός πολίτης, Βρετανός
英魂 えいこん
ουσιαστικό
- 01 νεκρή ψυχή