133 αποτελέσματα για «複»

複合火山 ふくごうかざん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο ηφαίστειο, πολύπλοκο ηφαίστειο
複合免疫不全 ふくごうめんえきふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια
複体 ふくたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλοκο
複本位 ふくほんい

ουσιαστικό

  1. 01 διμεταλλισμός
複眼的 ふくがんてき

επίθετο

  1. 01 πολυδιάστατος, σύνθετος
複占 ふくせん

ουσιαστικό

  1. 01 δυοπώλιο
複層ガラス ふくそうガラス

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό ή τριπλό τζάμι, μονωτικό υαλοστάσιο
複数税率 ふくすうぜいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλός φορολογικός συντελεστής
複塩 ふくえん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό άλας
複合媒体 ふくごうばいたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμέσα
複十字 ふくじゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός σταυρός (σύμβολο για την πρόληψη της φυματίωσης)
複方 ふくほう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο φάρμακο
複本位制 ふくほんいせい

ουσιαστικό

  1. 01 διμεταλλισμός
複比例 ふくひれい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη αναλογία
複合汚染 ふくごうおせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή ρύπανση, συνδυασμένη μόλυνση
複式火山 ふくしきかざん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο ηφαίστειο
複利法 ふくりほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος ανατοκισμού
複衣 ふくい

ουσιαστικό

  1. 01 φοδραρισμένο ένδυμα
複星 ふくせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλός αστέρας
複合核 ふくごうかく

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετος πυρήνας