126 αποτελέσματα για «要»
要点に触れる ようてんにふれる
άλλο, ρήμα
- 01 μπαίνω στο ψητό, αγγίζω το κύριο θέμα, αναφέρομαι στα βασικά σημεία
要支援 ようしえん
ουσιαστικό
- 01 χρήζων υποστήριξης (κατηγορία αναγκών φροντίδας ηλικιωμένων)
要覧 ようらん
ουσιαστικό
- 01 περίγραμμα, περίληψη, έρευνα, εγχειρίδιο
要介護度 ようかいごど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός ανάγκης φροντίδας (μεταξύ 1 και 5, βάσει αξιολόγησης των απαιτήσεων φροντίδας)
要予約 ようよやく
άλλο
- 01 απαιτείται κράτηση, απαραίτητη η εκ των προτέρων κράτηση
要出典 ようしゅってん
άλλο
- 01 απαιτείται παραπομπή
要否 ようひ
ουσιαστικό
- 01 αναγκαιότητα (ή έλλειψη αυτής)
要説 ようせつ
ουσιαστικό
- 01 περίγραμμα, σύνοψη
要義 ようぎ
ουσιαστικό
- 01 ουσία
要素技術 ようそぎじゅつ
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης τεχνολογία, τεχνολογία υπόβαθρου (ενός προϊόντος)
要訳 ようやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοπτική μετάφραση, περίληψη
要介護認定 ようかいごにんてい
ουσιαστικό
- 01 πιστοποίηση ανάγκης φροντίδας (ένα διαβαθμισμένο σύστημα 5 επιπέδων στο πλαίσιο της ασφάλισης υγείας)
要治療 ようちりょう
άλλο
- 01 ιατρικώς απαραίτητος, χρήζων ιατρικής θεραπείας
要求事項 ようきゅうじこう
ουσιαστικό
- 01 απαίτηση, προϋπόθεση
要求者 ようきゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 απαιτών, αιτών
要約者 ようやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 δικαιούχος υπόσχεσης
要素型 ようそがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος στοιχείου
要式 ようしき
ουσιαστικό
- 01 τυπικός
要図 ようず
ουσιαστικό
- 01 περίγραμμα, πρόχειρο σχεδιάγραμμα
要撃戦闘機 ようげきせんとうき
ουσιαστικό
- 01 αναχαιτιστικό μαχητικό