70 αποτελέσματα για «規»

規那丁幾 キナチンキ

ουσιαστικό

  1. 01 βάμμα κιγχόνης
規定度 きていど

ουσιαστικό

  1. 01 κανονικότητα, ισοδύναμη συγκέντρωση
規定濃度 きていのうど

ουσιαστικό

  1. 01 κανονικότητα, κανονική συγκέντρωση
規定演技 きていえんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρεωτικό πρόγραμμα (στη γυμναστική), υποχρεωτική άσκηση, υποχρεωτικός χορός (καλλιτεχνικό πατινάζ)
規定種目 きていしゅもく

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρεωτικό αγώνισμα, υποχρεωτική άσκηση (στη γυμναστική), υποχρεωτικό πρόγραμμα, υποχρεωτικό στοιχείο
規則活用 きそくかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαλή κλίση, αδύναμη κλίση
規則変化 きそくへんか

ουσιαστικό

  1. 01 ομαλή κλίση
規制線 きせいせん

ουσιαστικό

  1. 01 κορδέλα αποκλεισμού, ζώνη ελέγχου για τον περιορισμό της πρόσβασης του κοινού
  2. 02 υλικά που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό ζώνης αποκλεισμού
規格基準局 きかくきじゅんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Γραφείο Προτύπων
  1. 01 πρότυπο, κανόνας
  2. 02 μέτρο