155 αποτελέσματα για «角»

角蜥蜴 つのとかげ

ουσιαστικό

  1. 01 κερασφόρος σαύρα, φρύνος με κέρατα
角出 ツノダシ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουνοντάσι (είδος ψαριού, Zanclus cornutus)
角突き合い つのつきあい

ουσιαστικό

  1. 01 διαρκής καυγάς, συνεχής φιλονικία, τσακωμός, ατέρμονη έριδα
角栓 かくせん

ουσιαστικό

  1. 01 φαγέσωρας (μαύρο στίγμα)
角運動量 かくうんどうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 στροφορμή
角鮫 つのざめ

ουσιαστικό

  1. 01 σκυλόψαρο (οποιοσδήποτε καρχαρίας της οικογένειας Σκουαλίδες)
角取り かくとり

ουσιαστικό

  1. 01 απαγωγή αξιωματικού (στο σκάκι)
角盆 かくぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνος δίσκος
角膜移植 かくまくいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κερατοπλαστική
角括弧 かくかっこ

ουσιαστικό

  1. 01 αγκύλες
角氷 かくごおり

ουσιαστικό

  1. 01 παγάκι
角化 かくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κερατινοποίηση, κερατοποίηση
角貝 つのがい

ουσιαστικό

  1. 01 δοντάλι
角印 かくいん

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνη σφραγίδα (εταιρειών, κ.λπ.)
角書き つのがき

ουσιαστικό

  1. 01 δίγραμμος υπότιτλος
角膜炎 かくまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 κερατίτιδα
角角しい かどかどしい

επίθετο

  1. 01 δύστροπος, ανυπότακτος, γωνιώδης
角細工 つのざいく

ουσιαστικό

  1. 01 σκαλιστή κεράτινη κατασκευή
角行灯 かくあんどん

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο χάρτινο φανάρι
角巻 かくまき

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη τετράγωνη χειμερινή σάλι