160 αποτελέσματα για «記»
記録を破る きろくをやぶる
άλλο, ρήμα
- 01 καταρρίπτω το ρεκόρ, σπάω το ρεκόρ
記憶法 きおくほう
ουσιαστικό
- 01 μνημονικός κανόνας, τεχνική μνήμης
記述問題 きじゅつもんだい
ουσιαστικό
- 01 ερώτηση ανάπτυξης
記念樹 きねんじゅ
ουσιαστικό
- 01 αναμνηστικό δέντρο
記者席 きしゃせき
ουσιαστικό
- 01 θεωρείο τύπου, δημοσιογραφικά θεωρεία
記憶保持 きおくほじ
ουσιαστικό
- 01 διατήρηση μνήμης
記銘 きめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομνημόνευση
記念メダル きねんメダル
ουσιαστικό
- 01 αναμνηστικό μετάλλιο
記載漏れ きさいもれ
ουσιαστικό
- 01 παράλειψη καταχώρισης (από λίστα, αρχείο, κλπ.)
記録情報 きろくじょうほう
ουσιαστικό
- 01 καταγεγραμμένη πληροφορία
記述的 きじゅつてき
επίθετο
- 01 περιγραφικός
記号論理学 きごうろんりがく
ουσιαστικό
- 01 συμβολική λογική
記念講演 きねんこうえん
ουσιαστικό
- 01 επετειακή ομιλία, αναμνηστική διάλεξη
記録開始 きろくかいし
ουσιαστικό
- 01 έναρξη καταγραφής
記号列 きごうれつ
ουσιαστικό
- 01 συμβολοσειρά
記憶場所 きおくばしょ
ουσιαστικό
- 01 τοποθεσία
記念硬貨 きねんこうか
ουσιαστικό
- 01 αναμνηστικό κέρμα
記念スタンプ きねんスタンプ
ουσιαστικό
- 01 αναμνηστική σφραγίδα, αναμνηστικό αποτύπωμα
記憶喪失症 きおくそうしつしょう
ουσιαστικό
- 01 αμνησία, απώλεια μνήμης
記号で表す きごうであらわす
ρήμα
- 01 συμβολίζω