69 αποτελέσματα για «誘»

誘導反応 ゆうどうはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 επαγόμενη αντίδραση
誘導加熱器 ゆうどうかねつき

ουσιαστικό

  1. 01 επαγωγικός θερμαντήρας, επαγωγική εστία, IH
誘電分極 ゆうでんぶんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 διηλεκτρική πόλωση
誘発剤 ゆうはつざい

ουσιαστικό

  1. 01 επαγωγικό μέσο (π.χ. για τον τοκετό), παράγοντας επαγωγής
誘導爆弾 ゆうどうばくだん

ουσιαστικό

  1. 01 κατευθυνόμενη βόμβα
誘導鈴 ゆうどうれい

ουσιαστικό

  1. 01 ηχητικό σήμα καθοδήγησης (για άτομα με προβλήματα όρασης), καμπανάκι καθοδήγησης, συσκευή ηχητικής καθοδήγησης
誘発変異 ゆうはつへんい

ουσιαστικό

  1. 01 επαγόμενη μετάλλαξη
誘発突然変異 ゆうはつとつぜんへんい

ουσιαστικό

  1. 01 επαγόμενη μετάλλαξη
  1. 01 δελεάζω
  2. 02 οδηγώ
  3. 03 πειράζω
  4. 04 προσκαλώ
  5. 05 ρωτώ
  6. 06 ζητώ, καλώ
  7. 07 αποπλανώ
  8. 08 γοητεύω