81 αποτελέσματα για «誤»

誤り制御 あやまりせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος σφαλμάτων
誤り制御ソフトウェア あやまりせいぎょソフトウェア

ουσιαστικό

  1. 01 λογισμικό ελέγχου σφαλμάτων
誤り通知 あやまりつうち

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη σφάλματος
誤り訂正符号 あやまりていせいふごう

ουσιαστικό

  1. 01 κώδικας διόρθωσης σφαλμάτων
誤り表示 あやまりひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδειξη σφάλματος
誤り率 あやまりりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό σφάλματος
誤差幅 ごさはば

ουσιαστικό

  1. 01 εύρος σφάλματος
誤文 ごぶん

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένη πρόταση, συντακτικά λανθασμένη πρόταση
誤謬推理 ごびゅうすいり

ουσιαστικό

  1. 01 πλάνη, σφάλμα συλλογισμού (συχνά ειδικότερα ένας παραλογισμός)
誤差分布 ごさぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή σφάλματος
誤警報 ごけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής συναγερμός, εσφαλμένος συναγερμός
誤情報 ごじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής πληροφορία, ανακριβής πληροφορία, παραπληροφόρηση
誤送信 ごそうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή μηνύματος (email, γραπτό μήνυμα κ.λπ.) σε λάθος παραλήπτη, εσφαλμένα απεσταλμένο μήνυμα
  2. 02 μετάδοση λανθασμένων πληροφοριών, εσφαλμένη μετάδοση
誤入札 ごにゅうさつ

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαία υποβολή προσφοράς, προσφορά που έγινε κατά λάθος
誤差拡散 ごさかくさん

ουσιαστικό

  1. 01 διάχυση σφάλματος, τυχαία διαβροχή
誤字脱字 ごじだつじ

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένοι ή ελλείποντες χαρακτήρες, παραλείψεις ή σφάλματα
誤配達 ごはいたつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένη παράδοση
誤操作 ごそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 λανθασμένος χειρισμός, εσφαλμένη χρήση
誤差逆伝播法 ごさぎゃくでんぱほう

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθοδιάδοση (αλγόριθμος)
誤払い ごばらい

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένη πληρωμή, λανθασμένη χρέωση